παρθένος

παρθένος
-ου + N 2 16-10-17-12-12=67 Gn 24,14.16(bis).43.55
virgin Jgs 19,24; virgin (as adj.) Lv 21,3; young woman Ez 9,6; a girl of marriage-able age Gn 24,14 Cf. DODD 1976, 301-305; DOGNIEZ 1992, 257; DUBARLE 1978, 370-371; FORD 1966, 293-299; GESE
1971, 88; HARL 1986a, 200; HORSLEY 1987, 222-226; SEELIGMAN 1948 118-119(Is 7,14); SPICQ 1982,
519-521; WEGNER 1992, 112-113; →NIDNTT; TWNT

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Παρθένος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρθένος — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρθένος — (Αστρον.). Αστερισμός του ζωδιακού κύκλου, στον οποίο ο Ήλιος παραμένει από τις 24 Αυγούστου μέχρι τις 22 Σεπτεμβρίου, ενώ ακόμα βρίσκεται στο ζώδιο του Ζυγού. Ο αστερισμός της Π. επεκτείνεται και προς τις δύο πλευρές του ουράνιου ισημερινού. Στο …   Dictionary of Greek

  • παρθένος — α, ο 1. ο αγνός, καθαρός, απείραχτος, άθιχτος: Εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα, που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση (Γ. Σεφέρης). 2. το θηλ., παρθένα η κόρη η αδιακόρευτη, η αχάλαστη, η αγνή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Παρθένω — Παρθένος masc nom/voc/acc dual Παρθένος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρθένω — παρθένος fem nom/voc/acc dual παρθένος fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ώπις — Παρθένος της ελληνικής μυθολογίας. Mαζί με την Άργη ταξίδεψαν στη Δήλο για να φέρουν τον φόρο που έταξαν στην Ειλείθυια επειδή μετρίασε τους πόνους της Λητούς στη διάρκεια της γέννας. Στο νησί τις δέχτηκαν με μεγάλες τιμές, και μάλιστα οι… …   Dictionary of Greek

  • ώπις — Παρθένος της ελληνικής μυθολογίας. Mαζί με την Άργη ταξίδεψαν στη Δήλο για να φέρουν τον φόρο που έταξαν στην Ειλείθυια επειδή μετρίασε τους πόνους της Λητούς στη διάρκεια της γέννας. Στο νησί τις δέχτηκαν με μεγάλες τιμές, και μάλιστα οι… …   Dictionary of Greek

  • Παρθένε — Παρθένος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρθένε — παρθένος fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Παρθένοι — Παρθένος masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”